By Alexander Apostolides on June 02, 2012

Η ανάπτυξη σε συνθήκες δημοσιονομικής αυστηρότητας απαιτεί θέλει νέο τρόπο σκέψης.


Αλέξανδρος Αποστολίδης,
Λέκτορας (Οικονομική Ιστορία), Τμήμα Οικονομικών, Λογιστικής και Χρηματοοικονομικών

Όταν ο Joseph Alois Schumpeter δέχτηκε να γίνει μέλος της σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Αυστρίας ως υπουργός οικονομικών το 1919, η αντίδραση των φίλων και εχθρών του ήταν εξίσου αρνητική. Οι σοσιαλιστές τον έβλεπαν καχύποπτα καθώς ήταν γόνος αυστριακής αριστοκρατικής οικογένειας, και πρωτοπόρος σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης. Από την άλλη οι αριστοκρατικοί κύκλοι το έβλεπαν σαν ένα καιροσκόπο, προδότη της τάξης του και του συστήματος της ελεύθερης αγοράς που τον ανέλιξε.

Η Αυστρία το 1919 βρισκόταν σε κατάσταση διάλυσης. Η αυτοκρατορία είχε ηττηθεί από τις δυνάμεις του Αντάντ κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο με τεράστιες οικονομικές και έμψυχες απώλειες. Ο πολυεθνικός της στρατός είχε διασκορπιστεί μαζί με τον οπλισμό τους, απαιτώντας δικαιώματα. Οι μη γερμανικές περιοχές της πρώην Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας αποσχιστήκαν και διέκοψαν την προμήθεια τροφίμων και καυσίμων στη Βιέννη. Σαν αποτέλεσμα το ενιαίο οικονομικό σύστημα της αυτοκρατορίας κατακερματίστηκε από νέα σύνορα, νομίσματα και δασμούς. Το Αυστριακό θησαυροφυλάκιο ήταν άδειο, οι απαιτήσεις προς τη νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση ήταν τεράστιες και τα εισοδήματα έφτασαν στο ναδίρ.

Ο Schumpeter δεν δίστασε να αποστασιοποιηθεί από φίλους και να ηγηθεί της προσπάθειας διάσωσης του νέου Αυστριακού έθνους. Κατανόησε γρήγορα ότι δεν ήταν όλες οι απαιτήσεις προς την κυβέρνηση το ίδιο σημαντικές. Περιόρισε τα έξοδα της κυβέρνησης σε βασικές ανάγκες εισαγωγής φαγητού και καύσιμων. Την ιδία ώρα υπήρξε μια έντονη προσπάθεια να αυξηθεί η φορολογία για να μειωθεί το χάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ κυβερνητικών εξόδων και εσόδων, που ωθούσε τον πληθωρισμό και εξαθλίωνε την μεσαία τάξη.

Το σχέδιο του βασίζονταν στην προσπάθεια ανεύρεσης κοινού οράματος. Ο Schumpeter πίστευε ότι εάν ο πληθυσμός κατανοούσε την ανάγκη για συρρίκνωση κρατικών βοηθημάτων και την αύξηση φορολογίας, οι νικηφόροι σύμμαχοι και ξένοι πιστωτικοί οίκοι θα πρόσφεραν την αναγκαία βοήθεια και δάνεια που χρειαζόταν άμεσα η Αυστρία για να αμβλύνει την οικονομική κρίση.

Ένα σημαντικό μέρος του σχεδίου ήταν η αύξηση της φορολογίας στην περιούσια. Βλέποντας ότι η κατανάλωση είχε μειωθεί, ο υπουργός οικονομικών προτίμησε να αυξήσει τα κυβερνητικά έσοδα με ένα έκτακτο φόρο στην αξία της περιούσιας. Όμως αυτή η μεγάλη αύξηση της φορολογίας της περιούσιας δεν ήταν άνευ όρων. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να στηρίξει και να υπερασπιστεί το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, και να μην επαναλάβει την έκτακτη φορολογία (δηλαδή να μην γίνει μόνιμο μέρος του προϋπολογισμού). Ο Schumpeter πίστεψε ότι η σταθεροποίηση της κατάστασης θα έφερνε πολλαπλούς καρπούς. Από την μία οι γαιοκτήμονες που θα επωμίζονταν το μεγαλύτερο βάρος της σταθεροποίησης θα έπαιρναν ως αντάλλαγμα εγγυήσεις ότι η φορολογία δεν θα επαναλαμβανόταν, και από την άλλη οι εργατική τάξη ένιωθε ότι το βάρος της σταθεροποίησης αναλαμβανόταν από τους έχοντες και ότι η κοινή κατεύθυνση θα έφερνε την πολυπόθητη οικονομική ανάπτυξη μέσω της αλλαγής του επιχειρηματικού κλίματος: Όλοι είχαν να κερδίσουν από μια σταθεροποίηση. Κατά τον Schumpeter, η ανάπτυξη ήταν εφικτή ακόμα και κάτω από συνθήκες μείωσης του δημοσιονόμου ελλείμματος λόγω κοινού οράματος.

Δυστυχώς το όραμα του Schumpeter προσάραξε στον ύφαλο των πολιτικών συμφερόντων. Οι συνάδελφοι και ο πρωθυπουργός υπονόμευαν τον υπουργό οικονομικών με προώθηση έργων αμφιβόλου αξίας για την οικονομική ανάκαμψη θέτοντας την κυβέρνηση εκτός δημοσιονομικών στόχων. Η εύπορη τάξη υπονόμευε την σοσιαλιστική κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να μην πληρώσει τον έκτατο φόρο, και η οργανωμένοι εργαζόμενοι αρνούνταν να δήξουν υπομονή όδον αφορά την εκπλήρωση εργατικών δικαιωμάτων. Απογοητευμένος από την αποτυχία εφαρμογής του σχεδίου αναπτύξεως και διάσωσης, ο Schumpeter το έριξε στην προσωπική ασυδοσία στη διασκέδαση, τις γυναίκες και το ποτό, φτάνοντας κοντά στην χρεοκοπία. Με την παραίτηση του η Αυστρία κρεμάστηκε. Η κυβέρνηση ξόδεψε αλόγιστα, οι ξένοι πιστωτές φοβήθηκαν να εγκρίνουν δάνεια και η κυβέρνηση στράφηκε στην εκτύπωση χαρτονομισμάτων χωρίς πραγματική αξία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο πληθωρισμός έφτασε το 1426% το 1922, καταστρέφοντας την εισοδηματική και μεσαία τάξη.

Υπάρχουν πολλά μαθήματα για την Κύπρο στο πως αντιμετώπισαν άλλες χώρες παρόμοια προβλήματα. Η ιεράρχηση των μειώσεων στα κυβερνητικά έξοδα σε σχέση με την ανθρώπινη ανάγκη είναι αναγκαία, και η υπονόμευση των οικονομικών στόχων του υπουργείου οικονομικών από άλλους κυβερνητικούς παράγοντες πρέπει να σταματήσει. Η ιδιοφυΐα του Schumpeter έγκειται στην κατανόηση του ότι η ανάπτυξη είναι απόλυτα συνδεδεμένη τόσο με την ανάγκη σταθεροποίησης των δημοσιονομικών, αλλά και με την χάραξη οράματος και μακροπρόθεσμης πορείας.

Αυτό προαπαιτεί νέο τρόπο σκέψης. Ο κοινωνικός διάλογος θα πρέπει να βασιστεί με την κατανόηση ότι και η κυβέρνηση πρέπει θα οριοθετήσει τόσο το μέγεθος του κοινωνικού κράτους, όσο και την επιπρόσθετη φορολογία: δεν μπορεί να αναθεωρεί μέτρα όταν αποτυγχάνει τους στόχους της καθώς αυτό δημιουργεί κλίμα επιχειρηματικής αβεβαιότητας που εμποδίζει την ανάπτυξη. Όλοι οι οικονομικοί φορείς πρέπει να στοχεύουν μόνο μακροπρόθεσμα για το καλό των μελών τους. Τα σημαντικότερα μαθήματα είναι ότι οι μακροπρόθεσμοι στόχοι πρέπει να κοινοποιηθούν στην κοινωνία, οι πολίτες πρέπει να νιώσουν ότι όλοι θα μοιραστούν τον πόνο της σταθεροποίησης αλλά και την ευμάρεια της επικειμένης ανάπτυξης. Αυτά χρειάζονται δυνατή ηγεσία στο υπουργείο οικονομικών, μακριά από κομματικούς η μικροπολιτικούς παρεμβατισμούς.

---------------------------------------------------------------------------------------------------Licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 3.0 Unported License. . You are free to copy content but you must link back to this blog and attribute the work to me (Alexandros Apostolides).. You cannot use my work for commercial purposes and you must share it under the same terms I do.